ποτοαπαγόρευση

ποτοαπαγόρευση
Κίνηση που εκδηλώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα για την απαγόρευση της παραγωγής, της πώλησης και της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών. Από το 1871 χρονολογείται η πρώτη νόμιμη απαγόρευση, στην Πολιτεία του Μέιν, αργότερα όμως το παράδειγμά της ακολούθησαν και άλλες Πολιτείες και η προπαγάνδα για την επέκταση του μέτρου αυτού σε ολόκληρη τη χώρα υποστηρίχτηκε από θρησκευτικές, φιλανθρωπικές και γυναικείες οργανώσεις, καθώς και από κάποιους βιομηχάνους. Οι λόγοι που προκάλεσαν την κίνηση αυτή ήταν από το ένα μέρος κοινωνικοί, για τις συνέπειες που έχει ο αλκοολισμός στην υγεία των παιδιών, για τη σχέση του με την εγκληματικότητα κλπ., και από το άλλο οικονομικοί, γιατί πίστευαν πως η κατάχρηση του οινοπνεύματος είχε αρνητικές επιδράσεις στην παραγωγική ικανότητα των εργατών. Το 1919 ψηφίστηκε τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, με την οποία η π. επεκτάθηκε σε όλες της Πολιτείες, εκτός από δύο, τροπολογία που ουσιαστικά καταργήθηκε το 1933-34 με νέο νόμο, ο οποίος παραχωρούσε στις Πολιτείες το δικαίωμα να αποφασίζουν σχετικά με την πώληση των οινοπνευματωδών ποτών, αλλά διατήρησε την απαγόρευση εισαγωγής από τις υγρές (wets) στις ξηρές (drys) Πολιτείες. Η ύπαρξη όμως Πολιτειών όπου επιτρεπόταν η παραγωγή και η πώληση οινοπνευματωδών ποτών και ο πολλαπλασιασμός των saloons, όπου επιτρεπόταν η πώλησή τους, δημιούργησε ένα τεράστιο λαθρεμπόριο και έδωσε αφορμή στον πολλαπλασιασμό των εγκλημάτων. Ποτοαπαγόρευση: ο πίνακας αυτός του Έριχ Σνάαλ είναι εμπνευσμένος από τα τεχνάσματα, που επινοούσαν οι λαθρέμποροι οινοπνευματωδών ποτών στις Η.Π.Α. (Νέα Υόρκη, Δημοτικό Μουσείο).
* * *
η, Ν
νομική απαγόρευση τής παρασκευής, μεταφοράς ή πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, μέσω τής οποίας επιδιώκεται η μερική ή ολική αποχή από την κατανάλωσή τους, απαγόρευση που ίσχυσε στο παρελθόν σε διάφορες χώρες αλλά σε εθνική κλίμακα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ελάχιστες περιπτώσεις, μεταξύ τών οποίων ήταν οι ΗΠΑ, στην περίοδο 1919-1933.

Dictionary of Greek. 2013.

Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αλκοολισμός — Δηλητηρίαση από οινοπνευματώδη που παρουσιάζεται με δύο μορφές: οξεία (μέθη) και χρόνια. Στην οξεία μορφή, ανάλογα με την ποσότητα του αλκοόλ που έχει καταναλωθεί και την κατάσταση του ατόμου (βαθμός πλήρωσης του στομάχου, ατομική νευρική… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”